Μετάφραση του "Baker" σε Ελληνικά
Οι Ψωμάς, αρτοποιός, φούρναρης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Baker" σε Ελληνικά.
An occupational surname for a baker, or owner of a communal oven [..]
-
Ψωμάς
Occupational surname
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Baker " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
A person who bakes and sells bread, cakes and similar items. [..]
-
αρτοποιός
noun masculineperson who bakes and sells bread, etc [..]
It says here that you are by profession a baker.
Εδώ λέει, ότι το επάγγελμά σας είναι αρτοποιός.
-
φούρναρης
noun masculineperson who bakes and sells bread, etc
I used my skills as a baker to seamlessly blend in to my surroundings.
Χρησιμοποίησα τις γνώσεις μου ως φούρναρης, για να δέσω με το περιβάλλον μου.
-
αρτοποιείο
noun neuterA baker's shop.
I'll bring bread from the baker on the estate.
Αύριο θα σου φέρω εγώ το ψωμί, μια που το αρτοποιείο έκλεισε.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αρτοπώλης
- ψωμάς
Εικόνες με "Baker"
Φράσεις παρόμοιες με "Baker" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αρτοπωλείο · φούρνος
-
Αρχιζαχαροπλάστης
-
Μπαίηκερ Νήσος
-
αρτοπωλείο · φούρνος
-
Μαθητευόμενος ζαχαροπλάστης
-
αρτοσκεύασμα