Μετάφραση του "Basic" σε Ελληνικά
Οι Βασικός, βασικός, θεμελιώδης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Basic" σε Ελληνικά.
(programming) A family of third-generation computer programming languages (c.1964 on). [..]
-
Βασικός
Other means would not be adequate because the basic Regulation does not provide for alternative options.
Η προσφυγή σε άλλα μέσα δεν θα ήταν κατάλληλη, διότι ο βασικός κανονισμός δεν προβλέπει εναλλακτικές λύσεις.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Basic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
elementary, simple, fundamental, merely functional. [..]
-
βασικός
adjective masculineθεμέλιος [..]
Other means would not be adequate because the basic Regulation does not provide for alternative options.
Η προσφυγή σε άλλα μέσα δεν θα ήταν κατάλληλη, διότι ο βασικός κανονισμός δεν προβλέπει εναλλακτικές λύσεις.
-
θεμελιώδης
adjectiveThus there is a basic foundation of mutual recognition of sensible regulations.
Συνεπώς, υπάρχει μια θεμελιώδης βάση για την αμοιβαία αναγνώριση εύλογων ρυθμίσεων.
-
κύριος
adjective nounThe certificate shall be granted to the holder of the basic patent or his successor in title.
Δικαίωμα για την απόκτηση πιστοποιητικού διαθέτει ο δικαιούχος του κυρίου διπλώματος ευρεσιτεχνίας ή ο διάδοχός του.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κανονικός
- στοιχειώδης
- οργανικός
(programming) A family of third-generation computer programming languages (c.1964 on). [..]
"BASIC" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το BASIC στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "Basic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Βασικός τίτλος
-
βασικό τμήμα
-
Βασικό λειτουργικό σύστημα
-
Βασική λωρίδα χρόνου
-
βασική σχεδίαση, μελέτη
-
Κατάλογος βασικού εξοπλισμού
-
Ανεξάρτητη ομάδα βασικής υπηρεσίας