Μετάφραση του "basic assumption" σε Ελληνικά
Οι αρχή, θεμέλιο, προϋπόθεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "basic assumption" σε Ελληνικά.
basic assumption
noun
an assumption that is basic to an argument
-
αρχή
noun(204) The basic assumption concerning intra-brand and inter-brand competition described above at the beginning of this section relates to the distribution of new motor vehicles.
(204) Η βασική άποψη που διατυπώθηκε στην αρχή του κεφαλαίου σχετικά με τον ενδοσηματικό και διασηματικό ανταγωνισμό αφορά τη διανομή νέων αυτοκινήτων οχημάτων.
-
θεμέλιο
noun -
προϋπόθεση
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " basic assumption " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη