Μετάφραση του "Bind" σε Ελληνικά
Οι Δένω, δεσμεύω, περισφίγγω, δένω, δεσμεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Bind" σε Ελληνικά.
Bind
-
Δένω, δεσμεύω, περισφίγγω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Bind " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
bind
verb
noun
γραμματική
That which binds or ties. [..]
-
δένω
verbδένω
Thrice I bind thee, subject to my will.
Τρεις φορές σε δένω, αντικείμενο της επιθυμίας μου.
-
δεσμεύω
verbThis practical guide is purely informative and does not bind national courts or parties.
Ο εν λόγω πρακτικός οδηγός έχει αποκλειστικά ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν δεσμεύει τα εθνικά δικαστήρια ούτε τους διαδίκους.
-
υποχρεώνω
verbNothing we do should be definitively binding on future generations.
Για καμία από τις δράσεις μας δεν μπορούμε να υποχρεώσουμε οριστικά τις μέλλουσες γενεές.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- βιβλιοδετώ
- συνδέω
- αναδένω
- επιδένω
- περιδένω
- καυλώνω
- μπαντάρω
- προσφύομαι
- συνδέoμαι
- συνταιριάζω
- τεντώνω
- περισφίγγω
- προκαλώ δυσκοιλιότητα
Εικόνες με "Bind"
Φράσεις παρόμοιες με "Bind" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
(κτ δημιουργεί) πρόβλημα · σε αμηχανία · σε δίλημμα · σε δυσχερή θέση · σε δύσκολη θέση
-
πρώιμη σύνδεση
-
φέρνω σε δύσκολη θέση
-
σύνδεση με καθυστέρηση
-
σύνδεση δεδομένων εικονικής λειτουργίας
-
σύνδεση κατά το χρόνο εκτέλεσης
-
ονομαστική σύνδεση
-
σύνδεση δεδομένων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη