Μετάφραση του "Borrow" σε Ελληνικά

Οι Κρατούμενο, δανείζομαι, δανείζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Borrow" σε Ελληνικά.

Borrow proper

A surname.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κρατούμενο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Borrow " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

borrow verb noun γραμματική

To receive (something) from somebody temporarily, expecting to return it. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δανείζομαι

    verb

    receive temporarily [..]

    May I borrow your pencil?

    Μπορώ να δανειστώ το μολύβι σας;

  • δανείζω

    verb

    May I borrow your pencil?

    Μπορώ να δανειστώ το μολύβι σας;

  • υιοθετώ

    verb

    Throughout its history, Islam has borrowed and adapted from other civilizations

    Στην πορεία, το Ισλάμ έχει δανειστεί και υιοθετήσει στοιχεία από άλλους πολιτισμούς

  • μιμούμαι

    verb

Φράσεις παρόμοιες με "Borrow" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Borrow" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη