Μετάφραση του "borrower" σε Ελληνικά

Οι δανειολήπτης, οφειλέτης, δανειζόμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "borrower" σε Ελληνικά.

borrower noun γραμματική

One who borrows. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δανειολήπτης

    noun masculine

    one who borrows

    Whether in the case of individual guarantees the borrower is in financial difficulty.

    Κατά πόσο σε περίπτωση μεμονωμένων εγγυήσεων αντιμετωπίζει ο δανειολήπτης οικονομικές δυσχέρειες.

  • οφειλέτης

    noun masculine

    In the event of default by the borrower, the pool of banks shall notify the Commission.

    Σε περίπτωση που ο οφειλέτης δεν τηρεί τις υποχρεώσεις του, ο όμιλος τραπεζών ανακοινώνει το γεγονός στην Επιτροπή.

  • δανειζόμενος

    May I borrow your pencil?

    Μπορώ να δανειστώ το μολύβι σας;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " borrower " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "borrower" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "borrower" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη