Μετάφραση του "Cable" σε Ελληνικά

Οι Καλώδιο, καλώδιο, παλαμάρι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Cable" σε Ελληνικά.

Cable
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Καλώδιο

    Anode cap cable, for use in the manufacture of fly back transformers ()

    Καλώδιο υποδοχής ανόδου, που προορίζεται για την παρασκευή μετασχηματιστών επιστροφής δέσμης («fly back») ()

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Cable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

cable verb noun γραμματική

A strong, large-diameter wire or rope, or something resembling such a rope. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καλώδιο

    noun neuter

    Strands of insulated electrical conductors laid together, usually around a central core, and wrapped in a heavy insulation.

    You can't bend fiber optic cable like garden hose, okay?

    Δεν μπορείς να λυγίσεις το καλώδιο της οπτικής ίνας λες και είναι μάνικα.

  • παλαμάρι

    noun neuter

    heavy rope or chain as used for mooring

    Feed it into the propeller, and it will pull the heavy cable in.

    Άστο στη προπέλα, και θα ρουφήξει το παλαμάρι μέσα.

  • σύρμα

    noun neuter

    I'm thinking maybe the cable is tired of supporting me.

    Σκέφτομαι ότι ίσως το σύρμα βαρέθηκε να με υποστηρίζει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τηλεγράφημα
    • κάβος
    • τηλεγραφώ
    • κάλως
    • Ναυτικό σχοινί
    • γραμμή μεταφοράς
    • καλωδιακή τηλεόραση
    • ναυτική μονάδα μήκους
    • ναυτικός στάδιο
    • υπερπόντιο τηλεγράφημα

Εικόνες με "Cable"

Φράσεις παρόμοιες με "Cable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Cable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη