Μετάφραση του "Canonical" σε Ελληνικά
Οι Κανονικός, κανονικός, άμφιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Canonical" σε Ελληνικά.
Canonical
-
Κανονικός
The Commission, in proceeding to base normal value on the prices charged by Canon Sales, failed to comply with this obligation .
Η Επιτροπή, βασίζοντας την κανονική αξία στις τιμές που εφάρμοζε η Canon Sales, παρέβη την υποχρέωση αυτή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Canonical " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
canonical
adjective
noun
γραμματική
Present in a canon, religious or otherwise. [..]
-
κανονικός
adjective masculine(religion) Of or pertaining to an ecclesiastical chapter [..]
In reality, only those books now in the canon have any solid claim for canonicity.
Στην πραγματικότητα, μόνο τα βιβλία που βρίσκονται τώρα στον κανόνα μπορούν επάξια να χαρακτηρίζονται κανονικά.
-
άμφιο
Noun
Φράσεις παρόμοιες με "Canonical" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κανονικές εξισώσεις
-
κανονικό μορφότυπο
-
εγγραφή κανονικού ονόματος
-
αγιοκατάταξη · αγιοποίηση · αγιωνυμία
-
Κανονική Επίσκεψη
-
Κανονας, εφημεριος · Κανόνας · άπαντα · αξίωμα · απαράβατος κανόνας · αυθεντικά συγγράμματα · εφημέριος · κανόνας · κανών · κλασικά έργα [μιας παράδοσης]
-
Κανονικοί κανόνες κωδικοποίησης
-
ειδικός στο Κανονικό Δίκαιο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη