Μετάφραση του "canonization" σε Ελληνικά

Οι αγιοκατάταξη, αγιοποίηση, αγιωνυμία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "canonization" σε Ελληνικά.

canonization noun γραμματική

The final process or decree (following beatification) by which the name of a deceased person is placed in the catalogue (canon) of saints and commended to perpetual veneration and invocation. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγιοκατάταξη

  • αγιοποίηση

    noun feminine

    the state of being canonized or sainted

    That's why I feel regret about my final canonization as an artist.

    Γι'αυτόν τον λόγο λυπάμαι για την τελική μου αγιοποίηση ως καλλιτέχνης.

  • αγιωνυμία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " canonization " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "canonization" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κανονικές εξισώσεις
  • κανονικό μορφότυπο
  • εγγραφή κανονικού ονόματος
  • Κανονική Επίσκεψη
  • Κανονικός
  • Κανονας, εφημεριος · Κανόνας · άπαντα · αξίωμα · απαράβατος κανόνας · αυθεντικά συγγράμματα · εφημέριος · κανόνας · κανών · κλασικά έργα [μιας παράδοσης]
  • Κανονικοί κανόνες κωδικοποίησης
  • άμφιο · κανονικός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "canonization" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη