Μετάφραση του "Captive" σε Ελληνικά
Οι Δέσμιος, εξαρτημένος, αιχμάλωτος, δέσμιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Captive" σε Ελληνικά.
Captive
-
Δέσμιος, εξαρτημένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Captive " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
captive
adjective
noun
γραμματική
a person who has been captured or is otherwise confined [..]
-
αιχμάλωτος
noun masculineI believe he was held captive, but not by the Reynoso cartel.
Πιστεύω ότι κρατείτο αιχμάλωτος, αλλά όχι από το καρτέλ Ρεϊνόσο.
-
δέσμιος
noun masculineAnd there are still people being held captive by the dollhouse.
Κι υπάρχουν ακόμα κι άλλοι που κρατούνται δέσμιοι από το Κουκλόσπιτο.
-
αιχμάλωτος πολέμου
noun masculine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- έρμαιο ενός πάθους
- αιχμάλωτος ενός πάθους
- αιχμαλωσία
- κρατούμενος
- φυλακισμένος
Εικόνες με "Captive"
Φράσεις παρόμοιες με "Captive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αυτοσυγκρατούμενο παξιμάδι
-
βαβυλώνια αιχμαλωσία
-
αιχμαλωτίζομαι
-
γοητεία · θέλγητρο · σαγήνη
-
μπαταρία δεσμευμένου ηλεκτρολύτη
-
αιχμαλωτίζω · σαγηνεύω
-
αιχμαλωσία · σκλαβιά
-
αιχμαλωτίζω · γοητεύω · δελεάζω · μαγεύω · μαγνητίζω · ξελογιάζω · παρασύρω · προσελκύω · σαγηνεύω · συναρπάζω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη