Μετάφραση του "captivity" σε Ελληνικά

Οι αιχμαλωσία, σκλαβιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "captivity" σε Ελληνικά.

captivity noun γραμματική

The state of being captive. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιχμαλωσία

    noun feminine

    Provision shall be made for the recognition of officially registered rare breeds of poultry or other captive birds.

    Θέσπιση διατάξεων σχετικά με την αναγνώριση των επισήμως καταχωρημένων σπάνιων φυλών πουλερικών και άλλων πτηνών σε αιχμαλωσία.

  • σκλαβιά

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " captivity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "captivity"

Φράσεις παρόμοιες με "captivity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αυτοσυγκρατούμενο παξιμάδι
  • βαβυλώνια αιχμαλωσία
  • αιχμαλωτίζομαι
  • γοητεία · θέλγητρο · σαγήνη
  • μπαταρία δεσμευμένου ηλεκτρολύτη
  • έρμαιο ενός πάθους · αιχμάλωτος · αιχμάλωτος ενός πάθους · αιχμάλωτος πολέμου · αιχμαλωσία · δέσμιος · κρατούμενος · φυλακισμένος
  • Δέσμιος, εξαρτημένος
  • αιχμαλωτίζω · σαγηνεύω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "captivity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη