Μετάφραση του "Catholic" σε Ελληνικά
Οι καθολικός, καθολική, ρωμαιοκαθολική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Catholic" σε Ελληνικά.
Of the Western Christian church, as opposed to the Orthodox church. [..]
-
καθολικός
adjective noun proper masculinemember of a Catholic church [..]
Taught all our children not to be grocery-cart Catholics.
Μάθαμε σε όλα τα παιδιά μας να μην είναι καθολικοί μόνο τυπικά.
-
καθολική
adjective femininemember of a Catholic church [..]
Taught all our children not to be grocery-cart Catholics.
Μάθαμε σε όλα τα παιδιά μας να μην είναι καθολικοί μόνο τυπικά.
-
ρωμαιοκαθολική
feminineof the Roman Catholic church
That's what life is like in a strict Roman Catholic household.
Αλλά έτσι είναι η ζωή σε μια αυστηρή, Ρωμαιοκαθολική οικογένεια.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ρωμαιοκαθολικός
- καθολικόσ
- Καθολικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Catholic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
All inclusive; pertaining to all mankind. [..]
-
καθολικός
adjective masculineThe one from the catholic school.
Αυτός από το καθολικό σχολείο.
-
γενικός
adjective masculineFor example, his stand on contraception is widely ignored, even by many Catholic couples.
Λόγου χάρη, η στάση του στο ζήτημα της αντισύλληψης περιφρονείται γενικά, ακόμη και από πολλά αντρόγυνα Καθολικών.
-
ανεκτικός
Adjective
Φράσεις παρόμοιες με "Catholic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Nεκρώσιμη Aκολουθία τής Καθολικής Εκκλησίας
-
πάπας
-
Ιστορία της Καθολικής Εκκλησίας
-
Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία
-
βασιλικότερος τού βασιλέως
-
Καθολική Εκκλησία · Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία
-
καθολικισμός · καθολικότητα
-
αστειεύεσαι; · θέλει και ρώτημα; · και το ρωτάς; · μασάει η κατσίκα ταραμά; · τι κάνει νιάου-νιάου στα κεραμίδια;