Μετάφραση του "Clamp" σε Ελληνικά

Οι Σφιγκτήρας, κολάρο, μέγγενη, σφίγγω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Clamp" σε Ελληνικά.

Clamp

Clamp (manga artists)

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Σφιγκτήρας, κολάρο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Clamp " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

clamp verb noun γραμματική

(transitive) To modify a numeric value so it lies within a specific range. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μέγγενη

    noun feminine

    tool

    This sends a remote pulse to the clamp.

    Αυτό στέλνει έναν παλμό αποδέσμευσης στη μέγγενη.

  • σφίγγω

    verb

    I'm clamping down its head, preventing it from coming.

    Α, σφίγγω το κεφάλι του, για να μην τελειώσει.

  • σφιγκτήρας

    noun

    I just don't know that the clamp is that useful.

    Απλά δεν ξέρω σε τι είναι ότι χρήσιμος ο σφιγκτήρας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συσφίγγω
    • στερέωση
    • μέγκενη
    • δένω
    • στερεώνω
    • αγγειολαβίδα
    • συσφικτήρας
    • αρπάζω

Εικόνες με "Clamp"

Φράσεις παρόμοιες με "Clamp" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εναπομένουσα τάση
  • βίδα σύσφιξης
  • εμβρυουλκός
  • σφιγκτήρας συγκράτησης
  • σφιγκτήρας ηλεκτροδίου
  • στάθμη καθήλωσης
  • αναχαιτίζω · βάζω «σκούπα» σε · διώκω · εξαρθρώνω · εξουδετερώνω · καταπατώ · καταπολεμώ · καταστέλλω · πατάσσω · περιορίζω
  • Αποκατάσταση, καθήλωση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Clamp" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη