Μετάφραση του "Climb" σε Ελληνικά
Οι Ανέρχομαι, αναρριχώμαι, ανεβαίνω, σκαρφαλώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Climb" σε Ελληνικά.
Climb
-
Ανέρχομαι, αναρριχώμαι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Climb " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
climb
verb
noun
γραμματική
(intransitive) To ascend; rise; to go up. [..]
-
ανεβαίνω
verbto scale [..]
No matter what they did to stop me, I still climbed all the way to the top.
Ό, τι κι αν έκαναν για να με σταματήσουν, συνέχιζα να ανεβαίνω ψηλότερα.
-
σκαρφαλώνω
verbto move by using the hands and feet [..]
It allows electricity to flow around me as I climb the fence.
Επιτρέπει στον ηλεκτρισμό να κυλάει γύρω μου καθώς σκαρφαλώνω στον φράχτη.
-
αναρρίχηση
nounAwesome ditched rock climbing to help me with the presentation.
O Φοβερός άφησε την αναρρίχηση για να με βοηθήσει.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σκαρφάλωμα
- αναρριχώμαι
- ανάβαση
- ανηφόρα
- κατεβαίνω
- κατεβάζω
- άνοδος
- ανέρχομαι
- αναρριχιέμαι
- κινούμαι σε ανήφορο
Εικόνες με "Climb"
Φράσεις παρόμοιες με "Climb" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Προστατευτικό κατά της αναρρίχησης
-
σκάλα αναρρίχησης
-
ανεβαίνω στην κορυφή [+Γεν.]
-
Αναρρίχηση σε βράχο · αναρρίχηση
-
ορειβασία
-
αναρρίχηση στην εξουσία
-
ανεμώνη anemone coronaria
-
ζώνη αναρρίχησης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη