Μετάφραση του "climber" σε Ελληνικά

Οι ορειβάτης, αναρριχητικό φυτό, αναρριχητής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "climber" σε Ελληνικά.

climber verb noun γραμματική

A person who climbs. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ορειβάτης

    noun masculine

    And she's a climber, so she could have gotten up that tree.

    Και είναι και ορειβάτης, έτσι θα μπορούσε να τον πάει σ'εκείνο το δέντρο.

  • αναρριχητικό φυτό

    This climber plant is visited by bats, which form an image of their surroundings by sending out ultrasound signals.

    Αυτό το αναρριχητικό φυτό το επισκέπτονται νυχτερίδες οι οποίες σχηματίζουν μια εικόνα του περιβάλλοντός τους εκπέμποντας υπερήχους.

  • αναρριχητής

    Two bankers, a rock climber and a ghost before Dan.

    Δύο τραπεζίτες, ένας αναρριχητής κι ένα φάντασμα πριν τον Νταν.

  • αναβάτης

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " climber " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "climber"

Φράσεις παρόμοιες με "climber" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "climber" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη