Μετάφραση του "Climbing" σε Ελληνικά
Οι Αναρρίχηση, αναρρίχηση, ορειβασία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Climbing" σε Ελληνικά.
-
Αναρρίχηση
Awesome ditched rock climbing to help me with the presentation.
O Φοβερός άφησε την αναρρίχηση για να με βοηθήσει.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Climbing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
(uncountable) The sport of climbing, ascending a wall or a rock or another object using available holds, generally with the safety of a rope and belayer. [..]
-
αναρρίχηση
nounAwesome ditched rock climbing to help me with the presentation.
O Φοβερός άφησε την αναρρίχηση για να με βοηθήσει.
-
ορειβασία
It's just Like when we went climbing as kids.
Είναι ακριβώς το ίδιο με όταν πηγαίναμε για ορειβασία σαν παιδιά.
-
αναρριχητικός
adjectiveIn the 35 years I've been a climbing guide
Στα 35 χρόνια που υπήρξα αναρριχητικός οδηγός
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ανάβαση
- Αναρρίχηση
Εικόνες με "Climbing"
Φράσεις παρόμοιες με "Climbing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Προστατευτικό κατά της αναρρίχησης
-
σκάλα αναρρίχησης
-
ανεβαίνω στην κορυφή [+Γεν.]
-
Αναρρίχηση σε βράχο · αναρρίχηση
-
ορειβασία
-
αναρρίχηση στην εξουσία
-
ανεμώνη anemone coronaria
-
άνοδος · ανάβαση · ανέρχομαι · αναρρίχηση · αναρριχιέμαι · αναρριχώμαι · ανεβαίνω · ανηφόρα · κατεβάζω · κατεβαίνω · κινούμαι σε ανήφορο · σκαρφάλωμα · σκαρφαλώνω