Μετάφραση του "Commercial" σε Ελληνικά

Οι Εμπορικός, διαφήμιση, εμπορικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Commercial" σε Ελληνικά.

Commercial
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εμπορικός

    Grounds for listing: Commercial Attaché, Taliban “Consulate General”, Karachi.

    Λόγος καταχώρισης στον κατάλογο: Εμπορικός ακόλουθος, Γενικό Προξενείο Ταλιμπάν, Καράτσι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Commercial " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

commercial adjective noun γραμματική

An advertisement in a common media format, usually radio or television. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαφήμιση

    noun feminine

    advertisement in a common media format

    During an election in Italy, the ruling party placed hidden messages in the pizza commercials.

    Σε εκλογές στην Ιταλία, το κυβερνών κόμμα, έβαλε κρυφά μηνύματα σε διαφήμιση πίτσας.

  • εμπορικός

    adjective masculine

    of or pertaining to commerce

    However, the commercial sector has reservations regarding the inclusion of such products.

    Εντούτοις, ο εμπορικός τομέας διατηρεί επιφυλάξεις όσον αφορά την ένταξη των προϊόντων αυτών.

Φράσεις παρόμοιες με "Commercial" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Commercial" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη