Μετάφραση του "commerce" σε Ελληνικά

Οι εμπόριο, εμπορεύομαι, εμπορικές συναλλαγές είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "commerce" σε Ελληνικά.

commerce verb noun γραμματική

(business) The exchange or buying and selling of commodities; especially the exchange of merchandise, on a large scale, between different places or communities; extended trade or traffic. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εμπόριο

    noun neuter

    Aramaic was the diplomatic language and that used in international commerce of Ezra’s day.

    Η αραμαϊκή ήταν η γλώσσα που χρησιμοποιούνταν στη διπλωματία και στο διεθνές εμπόριο την εποχή του Έσδρα.

  • εμπορεύομαι

    verb
  • εμπορικές συναλλαγές

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " commerce " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Commerce noun

the United States federal department that promotes and administers domestic and foreign trade (including management of the census and the patent office); created in 1913

+ Προσθήκη

"Commerce" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Commerce στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "commerce" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "commerce" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη