Μετάφραση του "Compensation" σε Ελληνικά
Οι Αντιστάθμιση, αποζημίωση, αποζημίωση, αντιστάθμιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Compensation" σε Ελληνικά.
-
Αντιστάθμιση, αποζημίωση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Compensation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
The act or principle of compensating. [..]
-
αποζημίωση
noun feminineequivalent stipulated for in contracts for the sale of real estate [..]
The corresponding compensation will be paid directly to the farmer concerned.
Η αντίστοιχη αποζημίωση καταβάλλεται άμεσα στον θιγόμενο κάτοχο της γεωργικής εκμετάλλευσης.
-
αντιστάθμιση
Noun femininerelationship between air temperature outside a building and a calculated target temperature [..]
There is still great uncertainty surrounding compensation for the losses incurred.
Για την αντιστάθμιση αυτής της ζημίας επικρατεί μεγάλη ασάφεια.
-
αμοιβή
noun femininerecompense or reward for some loss or service
Then we need to talk seriously about my compensation.
Τότε πρέπει να μιλήσουμε σοβαρά για την αμοιβή μου.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- συμψηφισμός
- αποζημιωση
- αντιρρόπηση
- αντιστάθμισμα
- δικαίωμα
Φράσεις παρόμοιες με "Compensation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δικαίωμα αποζημίωσης (επανόρθωσης)
-
αντιστάθμιση προπορείας - υστέρησης
-
αντιστάθμιση έκθεσης
-
Παθητικός αντισταθμιστής χρωματικής διασποράς
-
Ελεγχόμενος / αντισταθμισμένος με φουρνάκι κρυσταλλικός ταλαντωτής
-
αντισταθμίζω · αποζημιώνω · επανορθώνω
-
αντιστάθμιση προπορείας
-
Θερμοκρασιακά αντισταθμισμένος κρυσταλλικός ταλαντωτής