Μετάφραση του "compensating" σε Ελληνικά
Το αντισταθμιστικός είναι η μετάφραση του "compensating" σε Ελληνικά.
compensating
verb
Present participle of compensate. [..]
-
αντισταθμιστικός
adjectiveπου αντισταθμίζει
Luxembourg considered that the compensation mechanism did not infringe Articles 25 and 90 of the Treaty.
Το Λουξεμβούργο θεωρεί ότι ο αντισταθμιστικός μηχανισμός δεν παραβαίνει τα άρθρα 25 και 90 της συνθήκης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " compensating " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "compensating" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δικαίωμα αποζημίωσης (επανόρθωσης)
-
αντιστάθμιση προπορείας - υστέρησης
-
αντιστάθμιση έκθεσης
-
Παθητικός αντισταθμιστής χρωματικής διασποράς
-
Ελεγχόμενος / αντισταθμισμένος με φουρνάκι κρυσταλλικός ταλαντωτής
-
αντισταθμίζω · αποζημιώνω · επανορθώνω
-
αντιστάθμιση προπορείας
-
Θερμοκρασιακά αντισταθμισμένος κρυσταλλικός ταλαντωτής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη