Μετάφραση του "Competition" σε Ελληνικά

Οι Ανταγωνισμός, ανταγωνισμός, διαγωνισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Competition" σε Ελληνικά.

Competition
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ανταγωνισμός

    Competition – Administrative procedure – Means of proof

    Ανταγωνισμός — Διοικητική διαδικασία — Αποδεικτικά μέσα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Competition " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

competition noun γραμματική

(uncountable) The action of competing. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανταγωνισμός

    noun masculine

    action of competing [..]

    The framework provides for the progressive removal of regulation as and when competition becomes effective.

    Το πλαίσιο προβλέπει σταδιακή άρση των κανονιστικών ρυθμίσεων αφότου εδραιωθεί ο ανταγωνισμός.

  • διαγωνισμός

    noun masculine

    contest for a prize or award [..]

    He has a competition in a month, so he's focusing on that.

    Έχει διαγωνισμό σε ένα μήνα, κι έχει επικεντρωθεί εκεί.

  • συναγωνισμός

    noun masculine

    action of competing

    Girls, as much as I love a little healthy competition, my father wants me to call him.

    Όσο κι αν μου αρέσει ο συναγωνισμός, ο πατέρας μου θέλει να τον πάρω.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αγώνας
    • άμιλλα
    • διοργάνωση
    • ανταγωνιστής
    • διαγωνισμοί
    • αγώνισμα
    • συνάντηση
    • αγώνας για επιβίωση
    • Ανταγωνισμός
    • διελκυστίνδα

Φράσεις παρόμοιες με "Competition" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Competition" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη