Μετάφραση του "competitive" σε Ελληνικά
Οι ανταγωνιστικός, συναγωνιστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "competitive" σε Ελληνικά.
competitive
adjective
γραμματική
(economics) capable of competing successfully [..]
-
ανταγωνιστικός
adjective masculineThe goal is a sustainable, competitive European industrial sector in the global economy.
Ο στόχος είναι η ευρωπαϊκή βιομηχανία να αποβεί ένας βιώσιμος και ανταγωνιστικός τομέας στην παγκόσμια οικονομία.
-
συναγωνιστικός
Fesoterodine is a competitive, specific muscarinic receptor antagonist
Η φεσοτεροδίνη είναι ένας συναγωνιστικός, ειδικός ανταγωνιστής των μουσκαρινικών υποδοχέων
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " competitive " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "competitive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αμείλικτος ανταγωνισμός · λυσσαλέος ανταγωνισμός
-
ανταγωνιστικές προσφορές
-
διαγωνισμοί ΕΚ
-
Ανταγωνιστικός φορέας τοπικού κέντρου
-
διαγωνισμός δημοσίου
-
Αρχή προστασίας ανταγωνισμού
-
στρατηγική επίτευξης ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος
-
αγώνισμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη