Μετάφραση του "Conduct" σε Ελληνικά

Οι Άγω, διεξάγω, συμπεριφορά, διεξάγω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Conduct" σε Ελληνικά.

Conduct
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Άγω, διεξάγω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Conduct " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

conduct verb noun γραμματική

The act or method of controlling or directing [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμπεριφορά

    noun feminine

    Any observable action or response of an organism, group or species to environmental factors.

    I don't approve of his conduct.

    Δεν επικροτώ τη συμπεριφορά του.

  • διεξάγω

    verb

    The tests shall be conducted under conditions reasonably representative of the proposed use.

    Οι δοκιμές πρέπει να διεξάγονται σε συνθήκες αρκετά αντιπροσωπευτικές της προτεινόμενης χρήσης.

  • διαγωγή

    noun feminine

    They will often imitate your speech, dress, and conduct.

    Συχνά μιμούνται την ομιλία, το ντύσιμο και τη διαγωγή σου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διευθύνω
    • διαδικασία
    • οδηγώ
    • διενεργώ
    • άγω
    • διεξαγωγή
    • πραγματοποιώ
    • καθοδηγώ
    • αγωγή
    • δικονομία
    • φέρω
    • εκπέμπω
    • συμπεριφέρομαι
    • φέρομαι

Φράσεις παρόμοιες με "Conduct" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Conduct" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη