Μετάφραση του "Conduit" σε Ελληνικά

Οι Σωλήνωση, αγωγός, σωλήνας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Conduit" σε Ελληνικά.

Conduit
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Σωλήνωση

    Duct: Underground pipe or conduit used to house (fibre, copper or coax) cables of a broadband network.

    Αγωγός: Υπόγεια σωλήνωση που περιέχει καλώδια (οπτικής ίνας, χαλκού ή ομοαξονικά) ευρυζωνικού δικτύου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Conduit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

conduit noun γραμματική

A pipe or channel for conveying water etc. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγωγός

    noun masculine

    No, I'm not gonna be a conduit to your daughter.

    Όχι, δεν θα γίνω ένας αγωγός μεταξύ εσένα και της κόρης σου.

  • σωλήνας

    noun masculine

    Where she's being held, there's a conduit supplying it that runs through the old sewer system.

    Εκεί που την κρατάνε, υπάρχει ένας σωλήνας τροφοδοσίας, ο οποίος περνάει από τον παλιό υπόνομο.

  • σωλήν

    Fit the plasma conduits and stand by to reroute on my mark!

    Σύνδεση σωλήνων πλάσματος, και αναμένετε για το σήμα μου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σωλήνωση
    • σύραγγα
    • οχετός
    • σωλήνας μεταφοράς υγρών ή ρεύματος

Φράσεις παρόμοιες με "Conduit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Conduit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη