Μετάφραση του "conductor" σε Ελληνικά
Οι μαέστρος, αγωγός, εισπράκτορας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "conductor" σε Ελληνικά.
(music) A person who conducts an orchestra, choir or other music ensemble; a professional whose occupation is conducting. [..]
-
μαέστρος
noun masculineperson who conducts an orchestra, choir or other music ensemble [..]
We voted and decided that you should be our conductor.
Ψηφίσαμε και αποφασίσαμε να είσαι εσύ η μαέστρος μας.
-
αγωγός
noun masculinesomething which can transmit electricity, heat, light or sound
It says here it's probably just a loose conductor in the electrical panel.
Eδώ λέει ότι είναι μάλλov κάπoιoς αγωγός στov πίνακα.
-
εισπράκτορας
noun masculine m;f masculine;feminine masculine, feminineperson who takes tickets on public transportation [..]
It was overbooked but the conductor used to be a sommelier at the old Versailles.
Τα εισιτήρια ήταν εξαντλημένα, αλλά ο εισπράκτορας ήταν παλιά οινοχόος στις παλιές Βερσαλίες.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αρχιμουσικός
- ελεγκτής
- διευθυντής ορχήστρας
- οδηγός
- διευθυντής
- Αγωγός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " conductor " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "conductor"
Φράσεις παρόμοιες με "conductor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αγωγός αλουμινίου
-
αγωγός ουδετέρου
-
Αγωγός αλουμινίου, ενισχυμένος με χάλυβα
-
Καλώδιο / Αγωγός πλαστικής μόνωσης
-
αγωγός Ταινίας
-
κεντρικός αγωγός
-
Επίπεδο καλώδιο, επιπέδων αγωγών
-
αλεξικέραυνο