Μετάφραση του "Conform" σε Ελληνικά

Οι Συμμορφώνω, συμφωνώ, προσαρμόζω, συμμορφώνομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Conform" σε Ελληνικά.

Conform
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Συμμορφώνω, συμφωνώ

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Conform " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

conform verb γραμματική

(intransitive, of persons, often followed by to) To act in accordance with expectations; to behave in the manner of others, especially as a result of social pressure. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσαρμόζω

    Verb verb

    A prosecutor must conform his case to the demands of the legal system.

    Ο εισαγγελέας προσαρμόζει την υπόθεση στο νομικό σύστημα.

  • συμμορφώνομαι

    verb

    To be in accordance with requirements, specifications, or explicit expectations.

    I have my own standards. I conform to them.

    Έχω τα δικά μου πλαίσια, συμμορφώνομαι σε αυτά.

  • προσαρμόζομαι

    verb

    was the exact same moment that I began conforming and hiding.

    τότε και άρχισα να προσαρμόζομαι και να κρύβομαι.

  • συμβιβάζομαι

    The aid therefore conforms to Article 4 of the Decision.

    Ως εκ τούτου, η ενίσχυση συμβιβάζεται με το άρθρο 4 της απόφασης.

Φράσεις παρόμοιες με "Conform" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • όρος συμμόρφωσης
  • Δήλωση συμμόρφωσης
  • Πιστοποιητικό συμμόρφωσης
  • κομφορμισμός · κονφορμισμός
  • ευπείθεια · κομφορμισμός · κονφορμισμός · ομοιομορφία · συμμορφία · συμμόρφωση · συμμόρφωση, ομοιομορφία, συμφωνία · συμφωνία
  • εναρμονίζομαι · πειθαρχώ · συμβαδίζω με · συμμορφώνομαι · υπακούω σε
  • σύμμορφη επικάλυψη
  • Δήλωση συμμόρφωσης
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Conform" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη