Μετάφραση του "conformity" σε Ελληνικά

Οι συμμόρφωση, ευπείθεια, συμμορφία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "conformity" σε Ελληνικά.

conformity noun γραμματική

State of things being similar, or identical. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμμόρφωση

    noun feminine

    state of things being similar, or identical

    But was Paul really recommending robotic conformity?

    Αλλά σύστηνε πράγματι ο Παύλος την τυφλή συμμόρφωση;

  • ευπείθεια

    noun feminine

    state of things being similar, or identical

    There's just too much hatred here, too much ignorance too much mindless conformity.

    Υπάρχει πολύ μίσος εδώ, πολύ αδιαφορία πάρα πολύ ασυλλόγιστη ευπείθεια.

  • συμμορφία

    feminine

    state of things being similar, or identical

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συμφωνία
    • κομφορμισμός
    • ομοιομορφία
    • κονφορμισμός
    • συμμόρφωση, ομοιομορφία, συμφωνία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " conformity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "conformity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "conformity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη