Μετάφραση του "Conjecture" σε Ελληνικά
Οι Εικασία, υπόθεση, εικασία, εικάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Conjecture" σε Ελληνικά.
Conjecture
-
Εικασία, υπόθεση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Conjecture " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
conjecture
verb
noun
γραμματική
(formal) A statement or an idea which is unproven, but is thought to be true; a guess. [..]
-
εικασία
noun feminineunproven statement; guess
Maybe it would just be conjecture presented as fact.
Δες το σαν εικασία που θα παρουσιάσουμε ως γεγονός.
-
εικάζω
verbI'm just conjecturing from past experience, Mr President.
Απλώς εικάζω από προηγούμενες εμπειρίες.
-
υπόθεση
noun feminineIt's going to stop being conjecture when this turns out to be Telly Levine'blood.
Πρόκειται να σταματήσει υπόθεση όταν αυτό αποδεικνύεται αίμα του Telly Levins'.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- συμπεραίνω
- Εικασία
- συμπέρασμα
- φαντάζομαι
- συμπερασμός
- υποθέτω
Φράσεις παρόμοιες με "Conjecture" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εικοτολογικός · υποθετικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη