Μετάφραση του "conjectural" σε Ελληνικά
Οι υποθετικός, εικοτολογικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "conjectural" σε Ελληνικά.
conjectural
adjective
noun
γραμματική
In the nature of a conjecture, or based on a conjecture. [..]
-
υποθετικός
adjective masculineSo the final number of persons aboard is strictly a matter of conjecture.
Έτσι, ο τελικός αριθμός των ατόμων που επιβιβάσθηκαν είναι αυστηρώς υποθετικός.
-
εικοτολογικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " conjectural " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "conjectural" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Εικασία, υπόθεση
-
Εικασία · εικάζω · εικασία · συμπέρασμα · συμπεραίνω · συμπερασμός · υποθέτω · υπόθεση · φαντάζομαι
-
Εικασία · εικάζω · εικασία · συμπέρασμα · συμπεραίνω · συμπερασμός · υποθέτω · υπόθεση · φαντάζομαι
-
Εικασία · εικάζω · εικασία · συμπέρασμα · συμπεραίνω · συμπερασμός · υποθέτω · υπόθεση · φαντάζομαι
-
Εικασία · εικάζω · εικασία · συμπέρασμα · συμπεραίνω · συμπερασμός · υποθέτω · υπόθεση · φαντάζομαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη