Μετάφραση του "Correct" σε Ελληνικά

Οι Διορθώνω, ορθός, σωστός, σωστός, διορθώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Correct" σε Ελληνικά.

Correct
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Διορθώνω, ορθός, σωστός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Correct " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

correct adjective verb γραμματική

With good manners; well behaved; conforming with accepted standards of behaviour. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σωστός

    adjective masculine

    free from error [..]

    None of the students found the correct answer.

    Κανένας από τους μαθητές δε βρήκε τη σωστή απάντηση.

  • διορθώνω

    verb

    To make something that was not valid become right

    Frank says I'm not supposed to correct older people.

    Ο Φρανκ λέει πως δεν πρέπει να διορθώνω τους μεγαλύτερους.

  • ορθός

    adjective

    free from error [..]

    Let me say at once that the premise on which the latter contention is based is correct .

    Αναφέρω αμέσως ότι ο συλλογισμός αυτής της τελευταίας παρατήρησης είναι ορθός .

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ακριβής
    • τιμωρώ
    • ευπρεπής
    • άσφαλτος
    • αποκαθιστώ
    • πραγματικός
    • ρυθμίζω
    • επανορθώνω
    • ακριβής, ορθός, σωστός,διορθώνω

Φράσεις παρόμοιες με "Correct" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Correct" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη