Μετάφραση του "Crowd" σε Ελληνικά
Οι πλήθος, όχλος, συνωστισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Crowd" σε Ελληνικά.
crowd
verb
noun
γραμματική
(transitive) To press by solicitation; to urge; to dun; hence, to treat discourteously or unreasonably. [..]
-
πλήθος
noun neutergroup of people [..]
Tom spoke to the crowd.
Ο Τομ μίλησε στο πλήθος.
-
όχλος
noun masculineThere's a crowd gathering in town.
Ένας όχλος συγκεντρώνεται στην πόλη.
-
συνωστισμός
noun masculineYeah, well, it feels very crowded inside of me right now.
Ναι, υπάρχει πολύς συνωστισμός μέσα μου αυτήν την στιγμή.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- παρέα
- κόσμος
- στριμώχνω
- συνωστίζομαι
- άνθρωπος
- πολυκοσμία
- στοιβάζω
- συνωστίζω
- στριμώχνομαι
- ορδή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Crowd " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Crowd"
Φράσεις παρόμοιες με "Crowd" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συνωστίζω
-
εκτοπίζω · παραγκωνίζω
-
μεικτό πλήθος
-
κακές παρέες
-
κομπορρημονώ
-
συμμετοχική εργασία
-
ένα μπουλούκι [+Γεν.] , από [+Αιτ.] · πλήθος [+Γεν.]
-
· γεμάτος · γεμάτος κόσμο · πηγμένος · πολυσύχναστος · πυκνός · στενόχωρος · συνωστισμένος · συνωστισμός σε
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη