Μετάφραση του "crowded" σε Ελληνικά

Οι γεμάτος, γεμάτος κόσμο, πηγμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "crowded" σε Ελληνικά.

crowded adjective verb γραμματική

Containing too many of something; teeming. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γεμάτος

    adjective masculine

    Well, this street was crowded when this went down.

    Ο δρόμος ήταν γεμάτος όταν έγινε το συμβάν.

  • γεμάτος κόσμο

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πολυσύχναστος
    • πυκνός
    • στενόχωρος
    • συνωστισμένος
    • συνωστισμός σε
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " crowded " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "crowded"

Φράσεις παρόμοιες με "crowded" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "crowded" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη