Μετάφραση του "Cumulative" σε Ελληνικά

Οι Συσσωρευτικός, συσσωρευτικός, αθροιστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Cumulative" σε Ελληνικά.

Cumulative
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Συσσωρευτικός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Cumulative " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

cumulative adjective γραμματική

That is formed by accumulation of successive additions [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συσσωρευτικός

    adjective masculine

    incorporating all data up to the present [..]

  • αθροιστικός

    adjective masculine

    incorporating all data up to the present

    (68) Germany thus arrives at the conclusion that the cumulative lifetime risk is in the percent range.

    (68) Η Γερμανία φθάνει έτσι στο συμπέρασμα ότι ο αθροιστικός διά βίου κίνδυνος είναι της εκατοστιαίας κλίμακας.

  • σωρευτικός

    – The cumulative impact on particular sectors should be taken into account.

    - Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο σωρευτικός τους αντίκτυπος σε συγκεκριμένους τομείς.

  • συγκεντρωτικός

Φράσεις παρόμοιες με "Cumulative" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Cumulative" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη