Μετάφραση του "cumulate" σε Ελληνικά

Οι συσσωρεύω, συγκεντρώνω, επισσωρεύομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cumulate" σε Ελληνικά.

cumulate adjective verb noun γραμματική

(transitive) To accumulate; to amass. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συσσωρεύω

    verb

    As a result of the new competitive situation, Sementsverksmiðjan hf. experienced economic difficulties and started cumulating losses.

    Ως αποτέλεσμα της νέας ανταγωνιστικής κατάστασης, η Sementsverksmiðjan hf. αντιμετώπισε οικονομικές δυσχέρειες και άρχισε να συσσωρεύει ζημίες.

  • συγκεντρώνω

    verb

    Whoever cumulates the most points wins.

    Όποια συγκεντρώσει τους περισσότερους πόντους κερδίζει.

  • επισσωρεύομαι

    verb
  • συσσωρεύομαι

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cumulate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "cumulate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cumulate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη