Μετάφραση του "DISCOURSE" σε Ελληνικά

Οι perceived, ομιλία, διαλέγομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "DISCOURSE" σε Ελληνικά.

DISCOURSE
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • perceived

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " DISCOURSE " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

discourse verb noun γραμματική

(uncountable, archaic) Verbal exchange, conversation. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ομιλία

    noun feminine

    formal lengthy exposition of some subject [..]

    And just one woman is invited to join us in discourse on the art of love.

    Και μόνο μια γυναίκα καλείται να έρθει στην ομιλία για την τέχνη της αγάπης.

  • διαλέγομαι

    verb

    engage in discussion or conversation [..]

    Congregations still invite me to give public discourses, and this provides me with many upbuilding moments.

    Οι εκκλησίες εξακολουθούν να με προσκαλούν να εκφωνώ δημόσιες διαλέξεις και αυτό μου χαρίζει πολλές ενθαρρυντικές στιγμές.

  • διάλεξη

    noun feminine

    in social sciences

    I felt that I had to kind of bring back the discourse to reality.

    αισθάνθηκα ότι έπρεπε να επαναφέρω τη διάλεξη στην πραγματικότητα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συνομιλία
    • συνομιλώ
    • συζήτηση
    • λόγος
    • Spoken or written communication between people, especially serious discussion of a particular subject
    • ομιλώ
    • διάλογος
    • διατριβή
    • συνδιαλέγομαι
    • φρασεολογία
    • δημόσια συζήτηση
    • συνεχής λόγος

Φράσεις παρόμοιες με "DISCOURSE" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "DISCOURSE" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη