Μετάφραση του "Depletion" σε Ελληνικά

Οι Μείωση, αραίωση, εξάντληση, μείωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Depletion" σε Ελληνικά.

Depletion
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μείωση, αραίωση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Depletion " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

depletion noun γραμματική

the act of depleting, or the state of being depleted; exhaustion [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξάντληση

    noun

    The tightrope walker had a complete depletion of serotonin and endorphins in his body.

    Ο σχοινοβάτης είχε μια πλήρη εξάντληση της σεροτονίνης και των ενδορφινών στο σώμα του.

  • μείωση

    noun feminine

    All those effects could further deplete the capital position of the bank.

    Όλες αυτές οι επιπτώσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε περαιτέρω μείωση της κεφαλαιοποίησης της τράπεζας.

  • άδειασμα

    noun

Φράσεις παρόμοιες με "Depletion" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Depletion" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη