Μετάφραση του "depilatory" σε Ελληνικά
Οι αποτριχωτικό, αποψιλωτικός, αποτριχωτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "depilatory" σε Ελληνικά.
depilatory
adjective
noun
γραμματική
A preparation that removes hair from the body. [..]
-
αποτριχωτικό
nounYou ever considered using a depilatory?
Σκέφτηκες ποτέ να χρησιμοποιήσεις αποτριχωτικό;
-
αποψιλωτικός
adjectiveαπό τρίχες
-
αποτριχωτικός
adjective masculine -
αποψιλωτικό
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " depilatory " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη