Μετάφραση του "Depression" σε Ελληνικά
Οι Ύφεση, συμπίεση, κατάθλιψη, ύφεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Depression" σε Ελληνικά.
a period during the 1930s when there was a worldwide economic depression and mass unemployment
-
Ύφεση, συμπίεση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Depression " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
(geography) an area that is lower in topography than its surroundings [..]
-
κατάθλιψη
noun femininepsychology: state of mind [..]
As you might imagine, she suffered severe postpartum depression.
Φαντάζεστε υπέφερε από σoβαρή κατάθλιψη μετά τoν τoκετό.
-
ύφεση
noun feminineeconomics: period of major economic contraction [..]
Therefore, these imports did not contribute to price depression on the Community market.
Κατά συνέπεια, οι εν λόγω εισαγωγές δεν συνέβαλαν στην ύφεση των τιμών στην κοινοτική αγορά.
-
λάκκος
noun masculinegeography: low area [..]
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- βαθύ βαρομετρικό
- μελαγχολία
- απάθεια
- αθημία
- ακεφία
- κοίλωμα
- πίεση
- αθυμία
- αδιαφορία
- αδράνεια
- βαθούλωμα
- κατάπτωση
- καταπίεση
- χαμήλωμα
- αποτύπωμα
- κοιλότητα
- οικονομική κρίση
Εικόνες με "Depression"
Φράσεις παρόμοιες με "Depression" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συμπιέζω
-
οικονομική ύφεση
-
μεγάλη οικονομική κρίση
-
ίνα, επένδυσης συμπιεσμένου
-
αδυνατίζω · απογοητεύω · αποκαρδιώνω · καταθλίβω · καταπιέζω · μελαγχολώ · πατάω · ρίχνω · ταπεινώνω · υποτιμώ · ψυχοπλακώνω
-
άθυμος · αγέλαστος · αποθαρρύνω · θλιμμένος · καταθλιπτικός, -κιά · μελαγχολικός
-
βαθούλωμα · κοίλωμα · κοιλότητα
-
· καταθλίβω · καταθλιπτικός · ψυχοπλακωτικός