Μετάφραση του "Dielectric" σε Ελληνικά
Οι Διηλεκτρικός, διηλεκτρικό, διηλεκτρικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Dielectric" σε Ελληνικά.
-
Διηλεκτρικός
Industrial or laboratory electric furnaces and ovens; induction or dielectric heating equipment
Βιομηχανικοί η εργαστηριακοί ηλεκτρικοί κλίβανοι και φούρνοι· επαγωγικός ή διηλεκτρικός θερμικός εξοπλισμός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Dielectric " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
(physics) An electrically insulating or nonconducting material considered for its electric susceptibility, i.e. its property of polarization when exposed to an external electric field. [..]
-
διηλεκτρικό
nounelectrically poorly conducting or non-conducting, non-metallic substance of which charge carriers are generally not free to move
The dielectric field is weakening our structural integrity.
Το διηλεκτρικό πεδίο εξασθενεί την δομική ακεραιότητά μας.
-
διηλεκτρικός
adjective masculineIndustrial or laboratory electric furnaces and ovens; induction or dielectric heating equipment
Βιομηχανικοί η εργαστηριακοί ηλεκτρικοί κλίβανοι και φούρνοι· επαγωγικός ή διηλεκτρικός θερμικός εξοπλισμός
-
μόνωση
noun feminine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μονωτήρας
- διηλεκτρικός υλικό
- κακός αγωγός
Φράσεις παρόμοιες με "Dielectric" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διηλεκτρικό υλικό
-
διηλεκτρικό χαμηλών απωλειών
-
καλώδιο αφρώδους διηλεκτρικού
-
καλώδιο στερεού διηλεκτρικού
-
διηλεκτρικό μέσο
-
συντονιστής διηλεκτρικού
-
Κεραία συντονιστή διηλεκτρικού
-
δοκιμή διηλεκτρικού