Μετάφραση του "diehard" σε Ελληνικά
Οι αδιάλλακτος, βαμμένος, λερναίος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "diehard" σε Ελληνικά.
diehard
adjective
noun
γραμματική
unreasonably or stubbornly resisting change [..]
-
αδιάλλακτος
adjective masculineMorten, a diehard fan, missed his train and had to bike 50 km.
Ο Morten, ένας αδιάλλακτος οπαδός, έχασε το τρένο του και έπρεπε να ποδηλατίσει 50 χλμ.
-
βαμμένος
Που είναι φανατικός οπαδός πολιτικής ιδεολογίας ή πολιτικού κόμματος ή αθλητικού σωματείου (ΜΗΛΝΕΓ)
-
λερναίος
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σκληροπυρηνικός
- σκληροτράχηλος
- φανατικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " diehard " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη