Μετάφραση του "Discipline" σε Ελληνικά

Οι Κλάδος , πειθαρχία, πειθαρχία, κλάδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Discipline" σε Ελληνικά.

Discipline
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κλάδος , πειθαρχία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Discipline " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

discipline verb noun γραμματική

A controlled behaviour; self-control [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πειθαρχία

    noun feminine

    The Pact should prompt discipline, it should be a big stick to keep us on the right track.

    Το Σύμφωνο πρέπει να προωθεί την πειθαρχία, πρέπει να μας υποχρεώνει με αυστηρότητα να παραμένουμε στον ορθό δρόμο.

  • κλάδος

    noun masculine

    Topics with interdisciplinary research potential shall have priority over topics applicable to single disciplines.

    Τα θέματα διεπιστημονικού ερευνητικού δυναμικού έχουν προτεραιότητα έναντι θεμάτων που αφορούν ένα μόνο επιστημονικό κλάδο.

  • τιμωρώ

    verb

    Being roasted by the press for disciplining the most efficient council in Great Britain.

    Το να με κράξουν τα ΜΜΕ επειδή τιμωρώ το πιο αποτελεσματικό συμβούλιο στη Μ.Βρετανία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πειθαρχώ
    • Πειθαρχία
    • διαπαιδαγωγώ
    • υπακοή
    • εκπαιδεύω
    • δαμάζω
    • γυμνάζω
    • επιπλήττω
    • 2υποταγή
    • ευπείθεια
    • γνωστικό αντικείμενο
    • επιστημονικός κλάδος
    • σύστημα κανόνων
    • φρονηματίζω

Φράσεις παρόμοιες με "Discipline" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Discipline" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη