Μετάφραση του "Disconnected" σε Ελληνικά

Οι αποσυνδεδεμένος, αποκομμένος, ασύνδετος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Disconnected" σε Ελληνικά.

disconnected adjective verb γραμματική

Simple past tense and past participle of disconnect. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποσυνδεδεμένος

    Pertaining to a connection, session, or call that has, unintentionally or not, ended.

    I tried calling his phone this morning, but the number's been disconnected.

    Δοκίμασα να τον καλέσω, αλλά ο αριθμός του είναι αποσυνδεδεμένος.

  • αποκομμένος

    adjective masculine

    It depends solely on whether you feel emotionally or socially disconnected from those around you.

    Εξαρτάται αποκλειστικά από το αν νοιώθεις συναισθηματικά ή κοινωνικά αποκομμένος από τους γύρω σου.

  • ασύνδετος

    adjective masculine

    While your world's may seem utterly disconnected, the paths that you have individually taken bring you together at freakish randomness.

    Καθώς ο κόσμος μπορεί να φαίνεται εντελώς ασύνδετος, οι δρόμοι που έχετε πάρει ο καθένας σας φέρνει μαζί σε μια παράξενη τυχαιότητα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Disconnected " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Disconnected" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ταχείας αποσύνδεσης
  • Αποσυνδέω
  • Βοηθητική έξοδος αποσύνδεσης
  • αποσυνδέω · κλείνω
  • Αποσύνδεση σε περίπτωση σφάλματος
  • αίτημα αποσύνδεσης
  • Αποσύνδεση · έλλειψη συννενόησης · αναντιστοιχία · αποκόβομαι · αποσυνδέω · αποσύνδεση · αποσύρομαι · ασυνεννοησία · διακόπτω · διαφωνία · διαχωρίζω · κενό · κλείνω · κόβω · χάσμα
  • Αποσύνδεση σε περίπτωση σφάλματος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Disconnected" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη