Μετάφραση του "Discrete" σε Ελληνικά

Οι Διάκριτος, ασυνεχής, διάκριτος, διακριτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Discrete" σε Ελληνικά.

Discrete
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Διάκριτος, ασυνεχής

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Discrete " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

discrete adjective γραμματική

Separate; distinct; individual; Non-continuous. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διάκριτος

    adjective

    Separate; distinct; individual

  • διακριτικός

    noun masculine

    I've a friend at the coroner's office who can grant us access in discretion.

    Έχω έναν φίλο στο γραφείο του ιατροδικαστή που θα μας δώσει πρόσβαση, διακριτικά.

  • χωριστός

    adjective

    ‘Competency unit’ means a discrete function consisting of a number of competency elements.

    «μονάδα ικανότητας», η χωριστή λειτουργία που αποτελείται από έναν αριθμό στοιχείων ικανότητας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ασυνεχής
    • διακριτός
    • διακεκριμένος

Φράσεις παρόμοιες με "Discrete" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διάκριτο εξάρτημα, διάκριτη συνιστώσα
  • διακριτοποιώ
  • διάκριση · διακριτική εξουσία · διακριτική ευχέρεια · διακριτικότητα · εχεμύθεια · κρίση · λεπτότητα · περίσκεψη · προαίρεση · σύνεση · τακτ · φρόνηση
  • Ομοιόμορφη κατανομή
  • Διάκριτος μετασχηματισμός ημιτόνου
  • ασυνεχής παρεμβολή
  • Διακριτά μαθηματικά
  • Διακριτή γεωμετρία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Discrete" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη