Μετάφραση του "discrepant" σε Ελληνικά

Οι ασύμφωνος, παράταιρος, αντιφατικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "discrepant" σε Ελληνικά.

discrepant adjective noun γραμματική

Showing difference; inconsistent, dissimilar. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασύμφωνος

    adjective masculine
  • παράταιρος

    adjective
  • αντιφατικός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " discrepant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "discrepant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • σημαντική ασυμφωνία
  • Ασυμφωνία, διαφορά
  • απόκλιση · ασυμφωνία · διαφορά · διαφωνία · διχογνωμία · παρέκκλιση
  • Ασυμφωνία, διαφορά
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "discrepant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη