Μετάφραση του "Document" σε Ελληνικά
Οι Έγγραφο, τεκμηριώνω, έγγραφο, τεκμήριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Document" σε Ελληνικά.
-
Έγγραφο, τεκμηριώνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Document " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
An original or official paper relied upon as the basis, proof, or support of anything else, including any writing, book, or other instrument conveying information pertinent to such proof or support. Any material substance on which the thoughts of men are represented by any species of conventional mark or symbol. [..]
-
έγγραφο
noun neuteroriginal or official paper [..]
Tom translated the document from French into English.
Ο Τομ μετέφρασε το έγγραφο από τα Γαλλικά στα Αγγλικά.
-
τεκμήριο
noun neuteroriginal or official paper
They shall exchange all information and documentation necessary to identify and remedy breaches to this Regulation.
Ανταλλάσσουν κάθε πληροφορία και τεκμήριο που απαιτείται για να εντοπίζουν και να αποκαθιστούν παραβάσεις του παρόντος κανονισμού.
-
τεκμηριώνω
verbto record in documents
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πράξη
- ντοκουμέντο
- ντοκουμεντάρω
- συμβόλαιο
Εικόνες με "Document"
Φράσεις παρόμοιες με "Document" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Συσχέτιση εγγράφου
-
σύνθετο έγγραφο
-
επικύρωση εγγράφων
-
Αίτημα αλλαγής εγγράφου
-
Έγγραφα
-
Αυτόματη τροφοδοσία εγγράφων
-
έγγραφο πιστωτικής διευκόλυνσης
-
διάθεση εγγράφου