Μετάφραση του "doctrinal" σε Ελληνικά

Το δογματικός είναι η μετάφραση του "doctrinal" σε Ελληνικά.

doctrinal noun adjective γραμματική

Of, relating to, involving, belonging to or concerning a doctrine. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δογματικός

    adjective

    The legislature must give way to doctrinal inspiration.

    Ο vομοθέτης πρέπει vα δώσουv τη θέση του σε δογματική έμπvευση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " doctrinal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "doctrinal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "doctrinal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη