Μετάφραση του "Duct" σε Ελληνικά

Οι Κανάλι, αγωγός, αγωγός, σωλήνας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Duct" σε Ελληνικά.

Duct
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κανάλι, αγωγός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Duct " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

duct verb noun γραμματική

a pipe, tube or canal which carries air or liquid from one place to another, as in heating and air-conditioning ducts. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγωγός

    noun masculine

    There's a small duct, probably leads to those fans above the door.

    Υπάρχει ένας μικρός αγωγός, που πιθανόν οδηγεί σε αυτούς τους ανεμιστήρες πάνω από την πόρτα.

  • σωλήνας

    noun masculine

    Okay, probe passes easily through the common duct.

    Εντάξει ο σωλήνας πέρασε εύκολα μέσα από την χοληδόχο.

  • αγωγός φυτού

    noun

Φράσεις παρόμοιες με "Duct" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • σωλήνας, κανάλι καλωδίου
  • εξωκρινής αδένας
  • Χολαγγείο · κοινός χοληφόρος πόρος · χολαγγείο · χοληφόρος οδός
  • δακρυϊκός σωλήνας
  • δακρυϊκός σωλήνας
  • Δακτύλιος εξομάλυνσης ομόρρου
  • κοινός χοληφόρος πόρος · χοληφόρος οδός
  • μονωτική ταινία · ταινία σε σωληνώσεις
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Duct" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη