Μετάφραση του "Earn" σε Ελληνικά
Οι κερδίζω, αποκτώ, παίρνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Earn" σε Ελληνικά.
(transitive) To gain (success, reward, recognition) through applied effort or work. [..]
-
κερδίζω
verbMy friend may have given his life to earn this battle.
Ο φίλος μου ίσως έχει δώσει τη ζωή του για να την κερδίσει.
-
αποκτώ
verbIf we're talking earning credibility doing this puts you immediately on his radar.
Αν αποκτήσουμε αξιοπιστία στα κέρδη κάνοντας αυτό, σε βάζει άμεσα στο ραντάρ του.
-
παίρνω
verbOnly things they're worried about is earning their pay.
Το μόνο που τους νοιάζει, είναι να πάρουν την πληρωμή τους.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αποσπώ
- εισπράττω
- αποκομίζω
- κατακτώ
- με την αξία μου
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Earn " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Initialism of [i]European Academic and Research Network[/i]: a former computer network connecting universities and research institutions across Europe.
"EARN" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το EARN στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "Earn" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βιοπορισμός
-
βγάζω, κερδίζω το ψωμί μου · εξασφαλίζω τον επιούσιο · κερδίζω τον επιούσιο
-
δυσαπόκτητος · που αποκτήθηκε με κόπο, με ιδρώτα
-
κερδοφόρος
-
Kέρδη προ τόκων και φόρων
-
καταξιώνομαι
-
εκτελεσθείσα αξία
-
Τα κέρδη της.