Μετάφραση του "Effect" σε Ελληνικά

Οι Φαινόμενο, επίδραση, αποτέλεσμα, αποτέλεσμα, επίδραση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Effect" σε Ελληνικά.

Effect
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Φαινόμενο, επίδραση, αποτέλεσμα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Effect " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

effect verb noun γραμματική

The result or outcome of a cause. See usage notes below. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποτέλεσμα

    noun neuter

    result of an action

    The new Commission decision does not have retroactive effect.

    Η νέα απόφαση της Επιτροπής δεν έχει αναδρομικό αποτέλεσμα.

  • επίδραση

    noun feminine

    result of an action

    Hence the exercise of traded share options has no dilutive effect.

    Συνεπώς, η άσκηση διαπραγματευθέντων μετοχικών δικαιωμάτων προαίρεσης δεν έχει μειωτική επίδραση.

  • έκβαση

    noun feminine

    It must dispose of the professional competencies and qualifications required to implement effectively the action or work programme proposed.

    Πρέπει να διαθέτει τις ικανότητες και τα επαγγελματικά προσόντα που χρειάζονται για την επιτυχή έκβαση της ενέργειας ή του προτεινόμενου προγράμματος εργασίας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ισχύς
    • εφέ
    • φαινόμενο
    • πραγματοποίηση
    • εφφέ
    • εκτελώ
    • αποτελώ
    • εντύπωση
    • αποτελέσματα
    • επιπτώσεις
    • συνέπειες
    • φέρνω αποτέλεσμα
    • συνέπεια
    • πραγματοποιώ
    • ενέργεια
    • δράση
    • επιρροή
    • πράξη
    • επίπτωση
    • σκοπός
    • ουσία
    • επιτελώ
    • κατορθώνω
    • αποτελέσμα
    • επακόλουθο
    • αιτιατό
    • επίκεντρο
    • καρδιά
    • κάνω
    • αντικείμενα

Φράσεις παρόμοιες με "Effect" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Effect" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη