Μετάφραση του "effective" σε Ελληνικά
Οι αποτελεσματικός, ενεργός, δραστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "effective" σε Ελληνικά.
Having the power to produce an effect or effects. [..]
-
αποτελεσματικός
adjective masculineproducing a decided or decisive effect [..]
Your spectacles are demeaning to our higher purpose, but there are an effective proving ground.
Τα θεάματα σας είναι εξευτελιστικά στον υψηλό σκοπό μας, αλλά είναι ένας αποτελεσματικός χώρος δοκιμής.
-
ενεργός
adjectiveFor emergency workers a higher effective dose may be authorised, in accordance with Article 52.
Στην περίπτωση εργαζομένων έκτακτης ανάγκης, δύναται να επιτραπεί υψηλότερη ενεργός δόση, σύμφωνα με το άρθρο 52.
-
δραστικός
adjectiveIn the Parliament there has been some attempts to substantially reduce the effectiveness of such efforts.
Στο Κοινοβούλιο, παρατηρήθηκαν απόπειρες να μειωθεί δραστικά η αποτελεσματικότητα αυτών των προσπαθειών.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- τελεσφόρος
- αποδοτικός
- πρακτικός
- ενεργός, αποτελεσματικός, πραγματικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " effective " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Effective" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Effective στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "effective" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ενεργός / ισοδύναμη ισότροπα ακτινοβολούμενη ισχύς
-
ενεργή εσωτερική αντίσταση
-
επιλογές εφέ γραφήματος
-
αιτιατός
-
ασπρόμαυρο εφέ
-
καλλιτεχνικό εφέ